ροκανίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ροκανίζω
- ɾo.kaˈni.zo
Where it comes from
ροκανίζω < μεσαιωνική ελληνική ρουκανίζω < ελληνιστική κοινή ῥυκανίζω < ῥυκάνι
verb ροκανίζω · ροκανίζομαι · ροκάνιζα · θα ροκανίζω · να ροκανίζω
-
λειαίνω την επιφάνεια ενός ξύλου με ροκάνι
Similar: πλανίζω
-
μασώ κάτι σκληρό
μου αρέσει να ροκανίζω το παξιμάδι
Similar: κοκκαλίζω
-
ξοδεύω σε μικρές δόσεις κάθε φορά ένα χρηματικό ποσό (ή άλλο περιουσιακό στοιχείο) που περιέρχεται στην κατοχή μου
Similar: τραγανίζω
- υπονομεύω κάποιον ροκάνιζαν τη θέση του πολύ καιρό πριν με διάφορες φήμες
In English
Talk about this word "ροκανίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. ροκανίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ροκανίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ροκανίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}