ρολό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρολό
Where it comes from
ρολό <
:* για ρολό χαρτιού και κύλινδρο < (άμεσο δάνειο) γαλλική rouleau < rouler
:* για το πλέγμα που ανεβοκατεβαίνει και για το ρολό των μαλλιών < (άμεσο δάνειο) βενετική rolo < γαλλική rouleau
:* για τη συνταγή της μαγειρικής < λόγιο σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rolled roast
noun ρολό · ρολά · ρολού · ρολών
- μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα άλλες μορφές: ρόλος (αρσενικό)
- εργαλείο βαφής
- φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου
- το ρόλεϊ
- προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα ρολά κουφωμάτων
In English
- roller blind blind for a window
Talk about this word "ρολό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026. ρολό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C "ρολό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρολό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C},
urldate = {2026-11-06}
}