ρολό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρολό

Where it comes from

ρολό <

:* για ρολό χαρτιού και κύλινδρο < (άμεσο δάνειο) γαλλική rouleau < rouler

:* για το πλέγμα που ανεβοκατεβαίνει και για το ρολό των μαλλιών < (άμεσο δάνειο) βενετική rolo < γαλλική rouleau

:* για τη συνταγή της μαγειρικής < λόγιο σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rolled roast

noun ρολό · ρολά · ρολού · ρολών

  1. μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα άλλες μορφές: ρόλος (αρσενικό)
  2. general, γενικότερα εργαλείο βαφής
  3. general, γενικότερα, φαγητό φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου
  4. general, γενικότερα, κομμωτική το ρόλεϊ
  5. προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα ρολά κουφωμάτων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρολό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ρολό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C

Chicago

"ρολό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρολό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}