ρολόι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρολόι
- ɾoˈlo.i
Where it comes from
ρολόι < ρολό(γ)ι με αποβολή του μεσοφωνηεντικού -γ- [ʝ] < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική *ὡρολόγιν < ὡρολόγιον με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος < ελληνιστική κοινή ὡρολόγιον (ρολόι ηλιακό ή νερού) < → δείτε αρχαία ελληνική ὥρα (ώρα) & λέγω (λέω)
noun ρολόγια · ρολογιού · ρολογιών · ρολόι
- κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας
- ψηλό κτήριο στο οποίο είναι τοποθετημένο ένα μηχανικό ρολόι
- κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ.
In English
Talk about this word "ρολόι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ρολόι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9 "ρολόι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρολόι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}