ρομπότ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρομπότ

  • ɾoˈbot

Where it comes from

ρομπότ < γαλλική robot < τσεχική robot < robota (αγγαρεία)

:: Η λέξη επινοήθηκε από τον τσέχο συγγραφέα και ζωγράφο Josef Čapek και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον αδελφό του Karel Čapek, συγγραφέα επίσης, στο θεατρικό έργο του Rossum's Universal Robots

noun ρομπότ

  1. αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής ※ «Άκου, είναι αρκετά μπερδεμένο. Τεχνικά, δεν είμαι ρομπότ. Μπορεί να μοιάζω με ρομπότ, αλλά δεν είμαι. Είμαι σάιμποργκ.» Ουάου, Δηλαδή είσαι ένα υβρίδιο μεταξύ...» «Ναι. Στην ουσία, είμαι ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί μηχανικά μέλη». (Νίκος Α. Μάντης, Αδύνατες πόλεις: Τα χρονικά της προσομοίωσης,
  2. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος που λειτουργεί και σκέφτεται μηχανικά κι άβουλα ή υπακούει τυφλά σε διαταγές άλλων

In English

  • robot intelligent mechanical being
  • bot a piece of software for doing repetitive tasks

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρομπότ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρομπότ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84

Chicago

"ρομπότ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρομπότ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84},
  urldate = {2026-11-07}
}