ρουθούνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρουθούνι
Where it comes from
ρουθούνι < μεσαιωνική ελληνική ρουθούνιν / ῥουθούνιον < ῥωθώνιον < αρχαία ελληνική ῥώθων
noun ρουθούνι · ρουθούνια · ρουθουνιού · ρουθουνιών
- η καθεμιά από τις δύο εισόδους για τον αέρα στη βάση της μύτης ※ Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφικ
In English
- nostril either of the two orifices located on the nose
Talk about this word "ρουθούνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ρουθούνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9 "ρουθούνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρουθούνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}