ρουτίνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρουτίνα
- ɾuˈti.na
Where it comes from
ρουτίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική routine + κατάληξη θηλυκού -α
noun ρουτίνα · ρουτίνες · ρουτίνας
- η μονότονη καθημερινότητα ※ Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- η τυποποιημένη αλληλουχία (χορού, γυμναστικής, πολεμικής τέχνης, προγραμματισμού, προετοιμασίας, τεχνικής κτλ)
- επαναλαμβανόμενο πρόγραμμα, μέρος σχεδίου → χρειάζεται παράδειγμα
In English
- routine course of action to be followed regularly; a standard procedure
Talk about this word "ρουτίνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ρουτίνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1 "ρουτίνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρουτίνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}