ρουτίνα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρουτίνα

  • ɾuˈti.na

Where it comes from

ρουτίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική routine + κατάληξη θηλυκού -α

noun ρουτίνα · ρουτίνες · ρουτίνας

  1. η μονότονη καθημερινότητα ※ Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. η τυποποιημένη αλληλουχία (χορού, γυμναστικής, πολεμικής τέχνης, προγραμματισμού, προετοιμασίας, τεχνικής κτλ)
  3. προγραμματισμός επαναλαμβανόμενο πρόγραμμα, μέρος σχεδίου → χρειάζεται παράδειγμα

In English

  • routine course of action to be followed regularly; a standard procedure

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρουτίνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρουτίνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1

Chicago

"ρουτίνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρουτίνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}