ρουφάω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρουφάω

  • ɾuˈfa.o

Where it comes from

ρουφάω < ρουφ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ῥουφῶ < αρχαία ελληνική ῥοφῶ, συνηρημένος τύπος του ῥοφέω / ῥοφάω πρωτοελληνική *hropʰéyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srebʰ- (ρουφώ)

verb ρουφάω · ρουφώ · ρουφούσα · ρούφαγα · ρούφηξα · ρουφιέμαι

  1. πίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών
  2. πίνω ή τρώω κάτι λαίμαργα
  3. εισπνέω ※ «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
  4. απορροφώ ※ σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγ
  5. για υγρό στοιχείο: λίμνη, θάλασσα έλκω κάτι προς τον βυθό
  6. figuratively, μεταφορικά εξαντλώ
  7. προσέχω και αφομοιώνω κάτι που ακούω ή διαβάζω

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρουφάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ρουφάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AC%CF%89

Chicago

"ρουφάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρουφάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}