ρυάκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρυάκι¹
- ɾiˈa.ci
Where it comes from
ρυάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρυάκιν/ρυάκιον < αρχαία ελληνική ῥύαξ
noun ρυάκι · ρυάκια · ρυακιού · ρυακιών
- μικρό αυλάκι που έχει σχηματιστεί από τρεχούμενο νερό και περιέχει τρεχούμενο νερό ※ Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κ
Ρυάκι²
- ɾiˈa.ci
Where it comes from
Ρυάκι < καθαρεύουσα Ρυάκιον. → δείτε και τη λέξη ρυάκι.
proper noun Ρυάκι · Ρυάκια · Ρυακιού · Ρυακιών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "ρυάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ρυάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "ρυάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρυάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}