ρυθμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρυθμός

  • ɾiˈθmos

Where it comes from

ρυθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

noun ρυθμός · ρυθμοί · ρυθμού · ρυθμών · ρυθμό · ρυθμούς

  1. η ταχύτητα με την οποία κάτι αυξομειώνεται ή με την οποία το ένα γεγονός μιας ακολουθίας διαδέχεται το άλλο ο ρυθμός της ζωής, ο ρυθμός των αλλαγών
  2. μουσική το τέμπο ή το μέτρο· η ταχύτητα ενός κομματιού ή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο οι νότες τονίζονται και σχηματίζουν μουσικές ενότητες ίσης διάρκειας σε ρυθμό 4/4, ζωηρός ρυθμός
  3. αρχιτεκτονική μια τεχνοτροπία χαρακτηριστική μιας εποχής, ενός τόπου ή ενός λαού Δωρικός ρυθμός, Βυζαντινός ρυθμός

In English

  • tempo frequency or rate
  • rhythm variation of strong and weak elements of sounds over time
  • pace speed

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρυθμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρυθμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ρυθμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρυθμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}