ρυμούλκα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρυμούλκα

Where it comes from

ρυμούλκα < ρυμουλκώ

noun ρυμούλκα · ρυμούλκες · ρυμούλκας

  1. vulgar, λαϊκότροπο η ρυμούλκηση τον πήγε ρυμούλκα (= ρυμουλκώντας)
  2. το ρυμουλκούμενο μέσο, αυτό που ρυμουλκείται ※ ..ν'ακούει πρόθυμα τις περιγραφές για τα είκοσι τέσσερις χιλιάδες κυβικά του κινητήρα και το δωδεκατάχυτο κιβώτιο. Χωρίς ρυμούλκα, το Σκάνια πετούσε στο δρόμο, τρεις ώρες είχαν κάνει απ' τα διόδια της Λάρισας μέχρι τα φανάρια της Νέας Κηφιφιάς. (Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, εκδ. Μετα
  3. ο μηχανισμός ρυμούλκησης ※ Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Similar: ρεμούλκα

Thesaurus

noun

Similar: ρεμούλκα

In English

  • trailer unpowered wheeled vehicle that is towed behind another, and used to carry equipm

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρυμούλκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρυμούλκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BA%CE%B1

Chicago

"ρυμούλκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρυμούλκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}