ρωσόφιλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρωσόφιλος

Where it comes from

ρωσόφιλος < Ρωσ(ία) + -ο- + -φιλος

adjective ρωσόφιλος · ρωσόφιλη · ρωσόφιλο · ρωσόφιλου · ρωσόφιλης

  1. λάτρης της ρωσικής κουλτούρας ή γλώσσας ή πολιτικής ※ Ὁ Δεληγεώργης ἀπὸ φανατικός ρωσόφιλος μετεβλήθη μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως εἰς φανατικὸν ἀγγλόφιλον (Εθνική Βιβλιοθήκη, τόμος 19, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1954, σελ. 83)
  2. υποστηρικτής του Ρωσικού Κόμματος κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους, μετά την επανάσταση του 1821

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρωσόφιλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%89%CF%83%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρωσόφιλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%89%CF%83%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ρωσόφιλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%89%CF%83%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρωσόφιλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%89%CF%83%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}