ρόλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρόλος¹

  • ˈɾo.los

Where it comes from

ρόλος < (λόγιο δάνειο) γαλλική rôl(e) + -ος

noun ρόλος · ρόλοι · ρόλου · ρόλων · ρόλο · ρόλους

  1. ο χαρακτήρας, το πρόσωπο που υποδύεται ένας ηθοποιός και το τμήμα του κειμένου θεατρικού έργου ή κινηματογραφικού σεναρίου που αντιστοιχεί στο χαρακτήρα αυτό η διανομή των ρόλων
  2. αυτό που πράττει κανείς και ο τρόπος που λειτουργεί ως μέλος ενός συνόλου, συμμετέχοντας ως συντελεστής σε μια συλλογική προσπάθεια Προσπαθεί να τα βγάλει πέρα στον διπλό ρόλο της μητέρας και της εργαζόμενης γυναίκας.

noun ρόλος · ρόλοι · ρόλου · ρόλων · ρόλο · ρόλους

  1. idiomatic, ιδιωματικό, στην εμπορική γλώσσα το ρολό

Ρόλος²

Where it comes from

Ρόλος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ρόλος · Rolos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • part position or role, especially in a play
  • role character or part

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρόλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ρόλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ρόλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρόλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}