ρόμπα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρόμπα¹
- ˈɾo.ba
Where it comes from
ρόμπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική roba (στη σημασία: ρουχισμός) < γαλλική robe < παλαιά γαλλική robe / robbe / reube (ένδυμα, ρούχο που γίνεται λεία ή λάφυρο για νικητές) < φραγκική *rouba (λάφυρο) < πρωτογερμανική *raubō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *Hrewp- (σκίζω)
: Συγγενή: γερμανική Raub (ληστεία, λεία), ισπανική ropa (ρουχισμός), αγγλική rob (ληστεύω).
noun ρόμπα · ρόμπες · ρόμπας
- πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο
- επαγγελματικής: Οι γιατροί και οι νοσοκόμες φορούν στο νοσοκομείο άσπρες ρόμπες.
- η τήβεννος που φορούν οι δικαστές ή οι απόφοιτοι ※ Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)
- ρεζίλι (δείτε τις ) ※ Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)
Ρόμπα²
Where it comes from
Ρόμπα < γενική ενικού του αρσενικού Ρόμπας
proper noun Ρόμπα · Ρόμπας · Rompa
- γυναικείο επώνυμο
In English
- dressing gown item of clothing
Talk about this word "ρόμπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. ρόμπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1 "ρόμπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρόμπα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}