σάλπιγγα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σάλπιγγα
- ˈsal.piŋ.ɡa
Where it comes from
σάλπιγγα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σάλπιγξ
: όροι της ανατομίας < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική salpinx < αρχαία ελληνική σάλπιγξ & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tube
noun σάλπιγγα · σάλπιγγες · σάλπιγγας · σάλπιγγος · σαλπίγγων
- πνευστό όργανο της οικογένειας των χάλκινων που μοιάζει με απλή τρομπέτα χωρίς βαλβίδες ή τρύπες. Παράγει μόνο ήχους μίας αρμονικής σειράς. Χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό για να μεταδώσει παραγγέλματα. «Ο ήχος της σάλπιγγος», είναι ο τίτλος του αυτοβιογραφικού αφηγήματος του ιδιοφυούς τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη
- μέρος των γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συνδέει μια ωοθήκη με τη μήτρα
In English
- trumpet brass instrument
- bugle music: simple brass instrument
- Fallopian tube duct
Talk about this word "σάλπιγγα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σάλπιγγα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%B1 "σάλπιγγα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σάλπιγγα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}