σάντουιτς
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σάντουιτς
Where it comes from
σάντουιτς < αγγλική sandwich (από τον Άγγλο κόμητα του Sandwich, John Montagu)
noun σάντουιτς
- γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα κομμάτι από ψωμί ή ολόκληρο ψωμάκι ανοιγμένο στη μέση και περιέχει διάφορα συστατικά όπως αλλαντικά, κρέατα, λαχανικά κλπ ※ πολλές φορές δεν έπαιρνε καν πρωινό, αγόραζε κανένα σάντουιτς από το ΚΨΜ και κατευθείαν στην τάξη (Γρηγόρης Καρτέρης, Έρωτες στην άκρη, βιβλιοπωλείον της Εστίας - Ι. Δ. Κολλάρου & Σία, 2003, σελ. 74)
- κάτι που περιέχεται, και συνήθως έχει συμπιεστεί, ανάμεσα σε δύο ίδια αντικείμενα
Similar: αμφίψωμο
Thesaurus
noun
Similar: αμφίψωμο
In English
- sandwich dish — see also open sandwich
Talk about this word "σάντουιτς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σάντουιτς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CF%82 "σάντουιτς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σάντουιτς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}