σάρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σάρα¹
Where it comes from
σάρα < σαρώνω + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < αρχαία ελληνική σαρόω / σαρῶ
noun σάρα · σάρες · σάρας
- οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο
-
μειωτικός χαρακτηρισμός ομάδας ή πλήθους ανθρώπων που, συγκεντρωμένοι σ’ έναν τόπο, θορυβούν ή έχουν ετερόκλητη προέλευση (ενδεχομένως ανήκουν στον υπόκοσμο)
Similar: όχλος, συνονθύλευμα, συρφετός
- απότομη ανηφόρα ή πλαγιά με χαλίκια ή πέτρες, στην οποία δυσκολευόμαστε ν’ ανέβουμε, επειδή γλιστράμε
- μεγάλο πριόνι υλοτομίας
Σάρα²
Where it comes from
Σάρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Σάρα < εβραϊκή שרה (Śārạ)
proper noun Σάρα · Σάρες · Σάρας
- σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ήταν κόρη του Θάρα, σύζυγος του Αβραάμ, μητέρα του Ισαάκ και θεία του Λωτ
- γυναικείο όνομα
- αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1904 από τον Αμερικανό αστρονόμο Ρέιμοντ Σμιθ Ντάγκαν και που του έδωσε το όνομα μιας φίλης του
In English
- Sarah given name from Hebrew
Talk about this word "σάρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. σάρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1 "σάρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σάρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}