σάρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σάρα¹

Where it comes from

σάρα < σαρώνω + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < αρχαία ελληνική σαρόω / σαρῶ

noun σάρα · σάρες · σάρας

  1. οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο
  2. ironic, offensive, μειωτικό, ειρωνικό μειωτικός χαρακτηρισμός ομάδας ή πλήθους ανθρώπων που, συγκεντρωμένοι σ’ έναν τόπο, θορυβούν ή έχουν ετερόκλητη προέλευση (ενδεχομένως ανήκουν στον υπόκοσμο)

    Similar: όχλος, συνονθύλευμα, συρφετός

  3. απότομη ανηφόρα ή πλαγιά με χαλίκια ή πέτρες, στην οποία δυσκολευόμαστε ν’ ανέβουμε, επειδή γλιστράμε
  4. idiomatic, ιδιωματικό μεγάλο πριόνι υλοτομίας

Σάρα²

Where it comes from

Σάρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Σάρα < εβραϊκή שרה (Śārạ)

proper noun Σάρα · Σάρες · Σάρας

  1. θρησκεία σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ήταν κόρη του Θάρα, σύζυγος του Αβραάμ, μητέρα του Ισαάκ και θεία του Λωτ
  2. γυναικείο όνομα
  3. αστρονομία αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1904 από τον Αμερικανό αστρονόμο Ρέιμοντ Σμιθ Ντάγκαν και που του έδωσε το όνομα μιας φίλης του

In English

  • Sarah given name from Hebrew

Talk about this word

Cite this
MLA

"σάρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σάρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1

Chicago

"σάρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σάρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}