σέβας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σέβας¹

Where it comes from

σέβας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σέβας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tyegʷ- (αποσύρομαι, οπισθοχωρώ, αφήνω μόνο)

noun σέβας

  1. ο σεβασμός (ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους μεγαλύτερους σε ηλικία ή με ανώτερη θέση) ※ Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁποιανδήποτε ἀνθρωπίνην κατάστασιν και περίστασιν του βίου. Μεταρρυθμισθέν και ... ἐπαυξηθέν, Ἐκδοσις
  2. plural, στον πληθυντικό τα σέβη μου!: τιμητικός χαιρετισμός

Σέβας²

Where it comes from

Σέβας < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Σέβας · Σέβηδες · Σεβαίοι · Σέβα · Σέβηδων · Σεβαίων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • awe feeling of fear and reverence

Talk about this word

Cite this
MLA

"σέβας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σέβας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CF%82

Chicago

"σέβας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σέβας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}