σέλας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σέλας¹

Where it comes from

σέλας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σέλας, και κατά ορισμένα λεξικά, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aurore polaire → δείτε borealis

noun σέλας · σέλατα · σέλαα · σέλατος · σέλαος · σελάτων

  1. έντονη φεγγοβολή
  2. αστρονομία εντυπωσιακό μετεωρολογικό φαινόμενο που παρατηρείται στον ουρανό των πολικών περιοχών, που οφείλεται σε βομβαρδισμό των υψηλών ατμοσφαιρικών στρωμάτων από ηλεκτρόνια που προέρχονται από ρεύματα φορτισμένων σωματίων από τον ήλιο ※ Ένα σπάνιο και συνάμα φαντασμαγορικό θέαμα από το βόρειο σέλας είχαν την ευκαιρία να θαυμάσουν οι Βρετανοί σε πολλά σημεία της χώρας, από τα βόρεια της Σκωτίας μέχρι τα νότια, όπως το Έσσεξ. (*)

noun σέλας · σέλατα · σέλαα · σέλατος · σέλαος · σελάτων

  1. γενική ενικού του σέλα

Σέλας²

Where it comes from

Σέλας < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Σέλας · Σέληδες · Σελαίοι · Σέλα · Σέληδων · Σελαίων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σέλας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σέλας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%82

Chicago

"σέλας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σέλας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}