σίγηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σίγηση

  • ˈsi.ʝi.si

Where it comes from

σίγηση < μεσαιωνική ελληνική σίγησις + -ση < ελληνιστική κοινή σίγησις. Η σημασία 1 «παύση προφοράς φθόγγου» < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σίγησις < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amuïssement. Η σημασία 2 «καταστολή έκφρασης γονιδίου» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική silencing.

noun σίγηση · σιγήσεις · σίγησης · σιγήσεων

  1. η ενέργεια του σιγώ
  2. γλωσσολογία η παύση προφοράς φθόγγου Ο χειλοϋπερωικός φθόγγος [w] , που γραφόταν με δίγαμμα ϝ, υπέστη σίγηση πολύ νωρίς στην καταγεγραμμένη ιστορία της ελληνικής.

    Similar: αποβολή

  3. βιολογία καταστολή έκφρασης γονιδίου κατά την μεταγραφή του DNA → χρειάζεται παράθεμα
  4. rare, σπάνιο σίγαση → χρειάζεται παράθεμα

Talk about this word

Cite this
MLA

"σίγηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σίγηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"σίγηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σίγηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}