Μίκουιν

σίγουρος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

σίγουρος¹

  • ˈsi.ɣu.ɾos
  • ˈsi.ɣu.ɾi
  • ˈsi.ɣu.ɾo

Από πού έρχεται

σίγουρος < μεσαιωνική ελληνική σιγούρος < σεγούρος < βενετική seguro < λατινική securus < se- (στερητικό) + cura (: έγνοια, φροντίδα)

επίθετο σίγουρος · σίγουρη · σίγουρο · σίγουρου · σίγουρης

  1. που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχίας σίγουρο αυτοκίκητο / κόλπο / λιμάνι / καταφύγιο
  2. για πρόσωπο που νιώθει ασφάλεια ή / και βεβαιότητα για κάτι είσαι σίγουρος ότι έτσι πρέπει να γίνει;
  3. που θεωρείται αναμφισβήτητος, βέβαιος κι εξασφαλισμένος η επιτυχία του είναι σίγουρη

Σίγουρος²

Από πού έρχεται

Σίγουρος < → λείπει η ετυμολογία

κύριο όνομα Σίγουρος · Σιγούρου · Sigouros

  1. ανδρικό επώνυμο

Στα αγγλικά

  • sure certain in one's knowledge or belief

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"σίγουρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σίγουρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"σίγουρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σίγουρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}