σίδερο

Ελληνικά · Synonymes et antonymes

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

σίδερο

D'où il vient

σίδερο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σίδερον < αρχαία ελληνική σίδηρος

nom σίδερο · σίδερα · σίδερου · σίδερων

  1. σκληρό μέταλλο που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα (συνεκδοχικά) αντικείμενο, πχ. ράβδος, από σίδηρο
  2. συσκευή με θερμαινόμενη επίπεδη σιδερένια επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το σιδέρωμα των ρούχων (ειδικότερα) το ηλεκτρικό σίδερο σιδερώματος
  3. slang, αργκό όπλο χειρός (περίστροφο ή πιστόλι)

    Proches: σιδερικό

En anglais

Parler de ce mot

Citer
MLA

"σίδερο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σίδερο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BF

Chicago

"σίδερο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σίδερο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}