σακατιλίκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σακατιλίκι

Where it comes from

σακατιλίκι < σακάτης + -ιλίκι

noun σακατιλίκι · σακατιλίκια

  1. η σωματική αναπηρία
  2. το ψυχολογικό αποτέλεσμα ενός πάθους, μιας εξάρτησης ή άλλης αδυναμίας Σας αρέσει ο ίλιγγος της ταχύτητας; Εγώ τρελαίνουμαι. Παρ΄ όλα τα κάζα που έχω πάθει. Είναι ψυχικό σακατιλίκι από κούνια; Είναι τοξίνωση επιγενόμενη; Δεν ξέρω. Μα σαν η ψυχή μου βρίσκεται σε ταραχές, θέλω να τρέχω. (Μ.Καραγάτσης, "Το εγγλέζικο μαχαίρι")

Talk about this word

Cite this
MLA

"σακατιλίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σακατιλίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σακατιλίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σακατιλίκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}