σακατιλίκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σακατιλίκι
Where it comes from
σακατιλίκι < σακάτης + -ιλίκι
noun σακατιλίκι · σακατιλίκια
- η σωματική αναπηρία
- το ψυχολογικό αποτέλεσμα ενός πάθους, μιας εξάρτησης ή άλλης αδυναμίας Σας αρέσει ο ίλιγγος της ταχύτητας; Εγώ τρελαίνουμαι. Παρ΄ όλα τα κάζα που έχω πάθει. Είναι ψυχικό σακατιλίκι από κούνια; Είναι τοξίνωση επιγενόμενη; Δεν ξέρω. Μα σαν η ψυχή μου βρίσκεται σε ταραχές, θέλω να τρέχω. (Μ.Καραγάτσης, "Το εγγλέζικο μαχαίρι")
Talk about this word "σακατιλίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σακατιλίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9 "σακατιλίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σακατιλίκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}