σακοράφα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σακοράφα¹
Where it comes from
σακοράφα < σακοράφι + -α < μεσαιωνική ελληνική σακκοράφιον < (ελληνιστική κοινή) σακκοράφος (εννοείται: βελόνη) < σάκκος + ράβω
noun σακοράφα · σακοράφες · σακοράφας
- μεγάλη βελόνα, με την οποία ράβουμε κάτι με σπάγγο Διότι, εἶπε ὁ σιδηρουργὸς, ἐὰν ὁ μαστορής σου τύχει νὰ χάσει τὴ σακοράφα του, ἠμπορεῖ νὰ περάσει μία κλωστὴ πέρα πέρα ἀπὸ τ' αὐτιά σου καὶ νὰ ἐξακολουθήσει τὸ ἔργο του. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Τρομάρας)
Similar: σακοβελόνα
Σακοράφα²
Where it comes from
Σακοράφα < γενική ενικού του αρσενικού Σακοράφας
proper noun Σακοράφα · Sakorafa
- γυναικείο επώνυμο
proper noun Σακοράφα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σακοράφας
Thesaurus
noun
Similar: σακοβελόνα
Talk about this word "σακοράφα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σακοράφα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1 "σακοράφα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σακοράφα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}