σακούλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σακούλα¹
- saˈku.la
Where it comes from
σακούλα < σάκ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
noun σακούλα · σακούλες · σακούλας · σακουλών
- είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα μια σακούλα γεμάτη ψώνια
- ό,τι περιέχεται σε μια σακούλα
- ειδική πάνινη κατασκευή μέσα στην οποία παράγεται το στραγγιστό γιαούρτι
- : μαύροι κύκλοι ή εξογκώματα κάτω από τα μάτια, εξαιτίας αϋπνίας, κούρασης κ.λπ.
Σακούλα²
Where it comes from
Σακούλα < γενική ενικού του αρσενικού Σακούλας
proper noun Σακούλα · Σακούλας · Sakoula
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "σακούλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σακούλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1 "σακούλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σακούλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}