米克温

σαλάμι

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

σαλάμι

  • saˈla.mi

它从哪里来

σαλάμι < (άμεσο δάνειο) ιταλική salame + -ι < λατινική salamentum (= άλμη, παστό ψάρι)

名词 σαλάμι · σαλάμια · σαλαμιού · σαλαμιών

  1. τρόφιμο αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή/και μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά ※ Δίπλα στο καπνοπωλείο είναι το χασαπιό που το κατάλαβε αμέσως γιατί είδες σαλάμια να κρέμονται και μια μηχανή π' αφού την ξέτασε για λίγο, κατάλαβε ότι ήταν μηχανή του Παναγιώτη του χασάπη τους. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Σινσινάτι) 3ο τριλογίας, ανάκτηση 3/8/2026 https://www.g

英语

讨论这个词

引用
MLA

"σαλάμι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σαλάμι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9

Chicago

"σαλάμι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σαλάμι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}