σανίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σανίδα¹

  • saˈniða

Where it comes from

σανίδα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σανίς από την αιτιατική ενικού «τὴν σανίδα»

noun σανίδα · σανίδες · σανίδας · σανίδων

  1. παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος ※ Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μα
  2. figuratively, μεταφορικά, για πολύ λεπτό άνθρωπο ή ειδικά για κοιλιά επίπεδη, γυμνασμένη και χωρίς πάχος

Σανίδα²

Where it comes from

Σανίδα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Σανίδα · Sanida

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • board long, wide and thin piece of wood or other material
  • plank long, broad and thick piece of timber

Talk about this word

Cite this
MLA

"σανίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σανίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"σανίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σανίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}