σατιρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σατιρίζω
Where it comes from
σατιρίζω < γαλλική satiriser < satire < παλαιά γαλλική satire < λατινική satira < satura < satur < satis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sh₂tis (=κορεσμός, ικανοποίηση) < *seh₂- (=ικανοποιούμαι)
verb σατιρίζω · σατιρίζομαι · σατίριζα · θα σατιρίζω · να σατιρίζω
- κάνω σάτιρα ※ Χαρακτηριστικό ἦταν κι ἕνα αὐτοσχέδιο τρίστιχο μέ τό ὁποῖο οἱ Μοναστηρακιανοί σατίριζαν τούς Κρητικούς : τό γουδί λένε χαβάνι, τό πάπλωμα γιοργάνι καί τό μαγαζί ντουκιάνι (Θωμάς Κοροβίνης, Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 505)
In English
- satirize make a satire
Talk about this word "σατιρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. σατιρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "σατιρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σατιρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}