σαφής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σαφής¹
Where it comes from
σαφής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαφής
adjective σαφής · σαφές · σαφούς
- που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία Οι τρεις γενικοί γραμματείς του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας θα παραμείνουν στις θέσεις τους- δεν πρόκειται να αντικατασταθούν! Αυτή τη σαφή διαβεβαίωση τους έδωσε ο υπουργός ... (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Οκτωβρίου 2010)
- που χαρακτηρίζεται από διαυγή αντίληψη της πραγματικότητας και βεβαιότητα πολλοί χρήστες του διαδικτύου δεν έχουν σαφή αντίληψη για τους πιθανούς κινδύνους στις συναλλαγές τους
- ευδιάκριτος, φανερός, καλά αντιληπτός Eκτός απ τους δύο κλιβάνους που ανάγονται σε διαφορετικές εποχές, βρέθηκε τμήμα του πλινθοστρωμένου δαπέδου με σαφή ίχνη πυράς. (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23 Ιουλίου 1995)
Similar: απτός, διαυγής, διαφανής, εναργής, ευδιάκριτος, ευκρινής, καθαρός, καταληπτός, κατανοητός, λαγαρός, ξάστερος, ξεκάθαρος, ολοφάνερος, ρητός, φανερός · Opposite: ασαφής
Σαφής²
Where it comes from
Σαφής < σαφής
proper noun Σαφής · Σαφήδες · Σαφαίοι · Σαφή · Σαφήδων · Σαφαίων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: απτός, διαυγής, διαφανής, εναργής, ευδιάκριτος, ευκρινής, καθαρός, καταληπτός, κατανοητός, λαγαρός, ξάστερος, ξεκάθαρος, ολοφάνερος, ρητός, φανερός · Opposite: ασαφής
In English
- definite having distinct limits
- perspicuous clearly expressed
- unequivocal without ambiguity
- unambiguous clear, and having no uncertainty or ambiguity
- explicit very specific
Talk about this word "σαφής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. σαφής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82 "σαφής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σαφής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}