σαύρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Σαύρα¹

Where it comes from

Σαύρα < σαύρα

proper noun Σαύρα

  1. όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε πρώτη φορά στο Firmamentum Sobiescianum του Hevelius το 1687 κι ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Lac

σαύρα²

  • ˈsav.ɾa

Where it comes from

σαύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαύρα.

noun σαύρα · σαύρες · σαύρας · σαυρών

  1. ερπετό, ζωολογία μικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες ≈ συνώνυμα: γουστέρα
  2. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!
  3. broadly, κατ’ επέκταση άνθρωπος κακός και πονηρός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σαύρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σαύρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"σαύρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σαύρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}