σειραϊκός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σειραϊκός

  • si.ɾa.iˈkos

Where it comes from

σειραϊκός < σειρά + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serial από τη σημασία για τη μουσική

adjective σειραϊκός · σειραϊκή · σειραϊκό · σειραϊκού · σειραϊκής

  1. που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. τεχνολογία που χαρακτηρίζει ενέργειες που γίνονται κατά σειρά, όπου η μία ξεκινά όταν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη σειραϊκή θύρα, σειραϊκή σύνδεση, σειραϊκοί αριθμοί

    Opposite: παράλληλος

  3. τεχνολογία, πληροφορική η δομή δεδομένων (data structure) που περιέχει συλλογή στοιχείων (ή αντικειμένων) σε συγκεκριμένη σειρά, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ
  4. μουσική που δημιουργείται βασισμένη σε συγκεκριμένη σειρά ή διάταξη φθόγγων (ή και ρυθικών ή δυναμικών στοιχείων) της επιλογής του συνθέτη (και όχι σε κάποια γνωστή σειρά φθόγγων της

Talk about this word

Cite this
MLA

"σειραϊκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σειραϊκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"σειραϊκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σειραϊκός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}