σειραϊκός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σειραϊκός
- si.ɾa.iˈkos
Where it comes from
σειραϊκός < σειρά + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serial από τη σημασία για τη μουσική
adjective σειραϊκός · σειραϊκή · σειραϊκό · σειραϊκού · σειραϊκής
- που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή
-
που χαρακτηρίζει ενέργειες που γίνονται κατά σειρά, όπου η μία ξεκινά όταν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη
σειραϊκή θύρα, σειραϊκή σύνδεση, σειραϊκοί αριθμοί
Opposite: παράλληλος
- η δομή δεδομένων (data structure) που περιέχει συλλογή στοιχείων (ή αντικειμένων) σε συγκεκριμένη σειρά, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ
- που δημιουργείται βασισμένη σε συγκεκριμένη σειρά ή διάταξη φθόγγων (ή και ρυθικών ή δυναμικών στοιχείων) της επιλογής του συνθέτη (και όχι σε κάποια γνωστή σειρά φθόγγων της
Talk about this word "σειραϊκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σειραϊκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82 "σειραϊκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σειραϊκός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}