σελήνη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σελήνη¹
- seˈli.ni
Where it comes from
σελήνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σελήνη
noun σελήνη · σελήνης
- ουράνιο σώμα περιφερόμενο γύρω από έναν πλανήτη ※ Η αποστολή αυτή, εξόν από τη μελέτη της σεληνιακής επιφάνειας, θα βοηθήσει και στην κατανόηση πολλών άλλων φαινομένων του ηλιακού μας συστήματος, όπως τους μεγάλους αστεροειδείς, τον πλανήτη Ερμή, ή τις άλλες σελήνες που περιστρέφονται στην τροχιά άλλων πλανητών, εκτιμούν οι υπεύθυνοι του προγράμμ
Σελήνη²
Where it comes from
Σελήνη < σελήνη < αρχαία ελληνική σελήνη < σέλας < πρωτοελληνική *σFελ- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *swel-. / γενική ενικού του αρσενικού Σελήνης
proper noun Σελήνη · Σελήνης · Selini
- ο φυσικός δορυφόρος της Γης ※ Ο Χούμπολτ υποστήριζε με θέρμη μια άλλη ιδέα, η οποία δεν βασιζόταν στην προσσελήνωση της κύριας μητρικής διαστημοσυσκευής στη Σελήνη, ούτε όμως και στην αποστολή δύο διαστημοσυσκευών, οι οποίες θα συνδέονταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Από τα Ψηλαλώνια στο Φεγγάρι, Η περιπέ
- θεότητα της ελληνικής μυθολογίας
- η Κλεοπάτρα Σελήνη Β΄, πριγκίπισσα της Δυναστείας των Πτολεμαίων, μοναδική κόρη της βασίλισσας Κλεοπάτρας Ζ΄ και του Ρωμαίου Μάρκου Αντώνιου
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Σελήνης)
In English
Talk about this word "σελήνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σελήνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B7 "σελήνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σελήνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}