σελίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σελίδα

  • seˈli.ða

Where it comes from

σελίδα< αρχαία ελληνική σελίς

noun σελίδα · σελίδες · σελίδας · σελίδων

  1. καθεμία από τις δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, πάνω στο οποίο έχει γραφτεί ή τυπωθεί κάτι ※ Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλ
  2. απομίμηση μιας αληθινής σελίδας στην οθόνη του υπολογιστή
  3. διαδίκτυο αρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογιστή και περιέχει σταθερές ή κινούμενες εικόνες, κείμενο, ήχο, γραφικά κ.λπ.
  4. πληροφορική page: τμήμα ενιαίας (συνεχόμενης) μνήμης που το μέγεθός της είναι συγκεκριμένο και εξαρτάται από τον σχεδιασμό του υπολογιστικού συστήματος

In English

  • side surface of a sheet of paper
  • page computing: contiguous block of memory

Talk about this word

Cite this
MLA

"σελίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σελίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"σελίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σελίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}