σελίδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σελίδα
- seˈli.ða
Where it comes from
σελίδα< αρχαία ελληνική σελίς
noun σελίδα · σελίδες · σελίδας · σελίδων
- καθεμία από τις δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, πάνω στο οποίο έχει γραφτεί ή τυπωθεί κάτι ※ Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλ
- απομίμηση μιας αληθινής σελίδας στην οθόνη του υπολογιστή
- αρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογιστή και περιέχει σταθερές ή κινούμενες εικόνες, κείμενο, ήχο, γραφικά κ.λπ.
- page: τμήμα ενιαίας (συνεχόμενης) μνήμης που το μέγεθός της είναι συγκεκριμένο και εξαρτάται από τον σχεδιασμό του υπολογιστικού συστήματος
In English
Talk about this word "σελίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σελίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "σελίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σελίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}