σενάριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σενάριο

Where it comes from

σενάριο < (άμεσο δάνειο) ιταλική scenario < λατινική scenarium < scena / scaena < αρχαία ελληνική σκηνή (αντιδάνειο)

noun σενάριο · σενάρια · σεναρίου · σενάριου · σεναρίων

  1. κινηματογράφος το κείμενο που περιγράφει αναλυτικά την πλοκή, τις σκηνές και τους διαλόγους μιας κινηματογραφικής (ή τηλεοπτικής) ταινίας Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
  2. broadly, κατ’ επέκταση η τέχνη της σεναριογραφίας Σπουδάζει σενάριο στη Νέα Υόρκη.
  3. η υπόθεση, η πλοκή, ο μύθος λογοτεχνικού, θεατρικού, αλλά κυρίως κινηματογραφικού έργου Ο λόγος του συγγραφέα είναι καθαρός, το σενάριο όμως αρκετά μπερδεμένο.
  4. figuratively, μεταφορικά το ψεύδος και η παραπληροφόρηση Ο υπουργός διέψευσε τα σενάρια περί διαφθοράς.

In English

  • scenario outline or model of an expected or supposed sequence of events
  • script text of the dialogue and action for a drama
  • screenplay script for a movie or a television show

Talk about this word

Cite this
MLA

"σενάριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σενάριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"σενάριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σενάριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}