σεντόνι

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

σεντόνι

  • senˈdo.ni

Limetoka wapi

σεντόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σεντόνι < ελληνιστική κοινή σινδόνιον < αρχαία ελληνική σινδών → δείτε εκεί για περαιτέρω ετυμολογία.

nomino σεντόνι · σεντόνια · σεντονιού · σεντονιών

  1. ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή χωρίς κουβέρτα ή πάπλωμα ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια α
  2. figuratively, συνεκδοχικά το κρεβάτι που έχει στρωθεί με σεντόνι
  3. figuratively, μεταφορικά μεγάλου μήκους χαρτί για τυπογραφική χρήση, το οποίο τυλίγεται σε κύλινδρο
  4. figuratively, μεταφορικά άρθρο ή, γενικότερα, δημοσίευμα με μεγάλη έκταση αλλά χωρίς ενδιαφέρον
  5. figuratively, μεταφορικά μακροπερίοδος γραπτός λόγος χωρίς σημεία στίξης

Kwa Kiingereza

  • bedsheet a sheet, a piece of cloth cut and finished as bedlinen

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"σεντόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σεντόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"σεντόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σεντόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}