σεντόνι
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
σεντόνι
- senˈdo.ni
Limetoka wapi
σεντόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σεντόνι < ελληνιστική κοινή σινδόνιον < αρχαία ελληνική σινδών → δείτε εκεί για περαιτέρω ετυμολογία.
nomino σεντόνι · σεντόνια · σεντονιού · σεντονιών
- ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή χωρίς κουβέρτα ή πάπλωμα ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια α
- το κρεβάτι που έχει στρωθεί με σεντόνι
- μεγάλου μήκους χαρτί για τυπογραφική χρήση, το οποίο τυλίγεται σε κύλινδρο
- άρθρο ή, γενικότερα, δημοσίευμα με μεγάλη έκταση αλλά χωρίς ενδιαφέρον
- μακροπερίοδος γραπτός λόγος χωρίς σημεία στίξης
Kwa Kiingereza
- bedsheet a sheet, a piece of cloth cut and finished as bedlinen
Zungumza kuhusu neno hili "σεντόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σεντόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "σεντόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {σεντόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}