σεξεργάτρια
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
σεξεργάτρια
- seks.eɾˈɣa.tri.a
من أين أتت
σεξεργάτρια < σεξ + εργάτρια ή σεξεργάτης + κατάληξη θηλυκού -τρια
اسم σεξεργάτρια · σεξεργάτριες · σεξεργάτριας · σεξεργατριών
- πρόσωπο που εκδίδεται εκούσια με σκοπό την αμοιβή ※ Η 2η Ιουνίου είναι αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα σεξεργατών και σεξεργατριών (και όχι ιερόδουλων!) και στα δικαιώματά τους.
بالإنجليزية
- sex worker person who supplies sexual services for money
تحدّث عن هذه الكلمة "σεξεργάτρια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σεξεργάτρια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1 "σεξεργάτρια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {σεξεργάτρια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}