σεξεργασία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σεξεργασία

Where it comes from

σεξεργασία < σεξ + εργασία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική sex work)

noun σεξεργασία · σεξεργασίες · σεξεργασίας · σεξεργασιών

  1. η αμειβόμενη προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών ※ Αφήνοντας απέξω τις όποιες ηθικολογικές προεκτάσεις του ζητήματος, ο ιστορικός εστιάζει στην επανάληψη κοινών αντιλήψεων και αντιδράσεων αναφορικά με τη σεξεργασία, εξετάζοντας κοινωνικοϊστορικά δεδομένα αλλά και τις πολλαπλές εκφράσεις της γυναίκας ιεροδούλου τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. (www.lifo

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σεξεργασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σεξεργασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"σεξεργασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σεξεργασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}