σεξουαλικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σεξουαλικός
Where it comes from
σεξουαλικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική sexuel
adjective σεξουαλικός · σεξουαλική · σεξουαλικό · σεξουαλικού · σεξουαλικής
- ο σχετικός με το φύλο, την αναπαραγωγή και τη γενετήσια πράξη ※ Η κατηγορία «ομοσεξουαλικός»/ «ετεροσεξουαλικός» (και αργότερα, «αμφισεξουαλικός») εμφανίστηκε, στην Ευρώπη, στο τέλος του 19ου αιώνα, μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός Λόγου για τη «σεξουαλικότητα», βασίστηκε αποκλειστικά στην ομοιότητα ή διαφορά των ανατομικών χαρακτηριστικών των ατόμων που εμ
- ο ερωτικά ελκυστικός
In English
- sexual of or relating to having sex
Talk about this word "σεξουαλικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σεξουαλικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "σεξουαλικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σεξουαλικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}