σερίνη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σερίνη
Where it comes from
σερίνη < διεθνές sericin (πρωτεΐνη μεταξιού από την οποία απομονώθηκε αρχικά η σερίνη) < λατινική sericum (μετάξι)
noun σερίνη · σερίνες · σερίνης · σερινών
- ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη
- πολικό και αφόρτιστο αμινοξύ: Μη απαραίτητο αμινοξύ με τύπο HO-CH₂-CH(NH₂)-COOH και σύμβολο Ser ή S. Είναι το ένα από τα δύο υδροξυλικά αμινοξέα. Διαφέρει από την αλανίνη στο ότι η μεθυλομάδα αντικαθίσταται από υδροξυλομάδα. Επιπλέον είναι ιδιαίτερα υδροφιλική και έχει την τάση σχηματισμού δεσμών υδρογόνου. Το μετάξι είναι μια εξαιρετικά πλούσια πηγή σερίνης.
In English
- serine nonessential amino acid; CH2OH.CH(NH2)COOH
Talk about this word "σερίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σερίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7 "σερίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σερίνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}