σηκώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σηκώνω

Where it comes from

σηκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < ελληνιστική κοινή σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο) συνηρημένος τύπος του σηκόω(σηκός+-όω)

verb σηκώνω · σήκωσα · σηκώνομαι · σηκώθηκα · σηκωμένος

  1. μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν.
  2. φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι Τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται.
  3. broadly, κατ’ επέκταση αντέχω, ανέχομαι Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια.
  4. κάνω ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό Θα σηκώσω 500€ από το ATM.
  5. κλέβω Μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι.
  6. familiar, οικείο ανεγείρω, χτίζω ※ Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
  7. χωράω κι άλλο
  8. μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σηκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σηκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"σηκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σηκώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}