σηκώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σηκώνω
Where it comes from
σηκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < ελληνιστική κοινή σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο) συνηρημένος τύπος του σηκόω(σηκός+-όω)
verb σηκώνω · σήκωσα · σηκώνομαι · σηκώθηκα · σηκωμένος
- μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν.
- φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι Τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται.
- αντέχω, ανέχομαι Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια.
- κάνω ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό Θα σηκώσω 500€ από το ATM.
- κλέβω Μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι.
- ανεγείρω, χτίζω ※ Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- χωράω κι άλλο
- μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο
In English
Talk about this word "σηκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σηκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "σηκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σηκώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}