σημαίνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σημαίνω

  • siˈme.no

Where it comes from

σημαίνω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική σημαίνω

verb σημαίνω · π-ενσημαίνομαι · σήμανα · σημάνθηκα · σεσημασμένος · σημασμένος

  1. transitive, μεταβατικό είμαι φορέας μιας σημασίας μέσα στο πλαίσιο ενός κώδικα επικοινωνίας, όπως είναι η γλώσσα Τι σημαίνει η λέξη "ενδελεχώς";
  2. transitive, μεταβατικό ταυτίζομαι με κάτι άλλο ως προς το νοηματικό περιεχόμενο Η επιφύλαξή μου δε σημαίνει απροθυμία.
  3. intransitive, transitive, μεταβατικό, αμετάβατο εκπέμπω ένα ηχητικό σήμα που αναγγέλλει ή προειδοποιεί για κάτι Σήμανε συναγερμός στο στρατόπεδο.
  4. figuratively, intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά φτάνει η ώρα Σήμανε η ώρα για να ξεσηκωθούμε.
  5. με παθητική φωνή (μεταβατικό) καταγράφω σημάδι, σήμανση

In English

  • note to denote, designate
  • mean to convey, indicate

Talk about this word

Cite this
MLA

"σημαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σημαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"σημαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σημαίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}