σιγαστήρας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σιγαστήρας

  • si.ɣaˈsti.ɾas

Where it comes from

σιγαστήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σιγαστήρ < αρχαία ελληνική σιγάζω, σιγασ- + -τήρ > -τήρας από την αιτιατική ενικού «τὸν σιγαστῆρα»· μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική silencieux (→ δείτε και σιλανσιέ) ή από την αγγλική silencer

noun σιγαστήρας · σιγαστήρες · σιγαστήρα · σιγαστήρων

  1. μηχανολογία συσκευή / εξάρτημα που χρησιμοποιείται για τη μείωση των θορύβων που παράγουν άλλες συσκευές, συνήθως όπλα ή μηχανές

Similar: αποσιωπητήρας, σιλανσιέ

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σιγαστήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σιγαστήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"σιγαστήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σιγαστήρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}