σιδερένιος

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

σιδερένιος¹

  • si.ðeˈɾe.ɲos

Откуда оно

σιδερένιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σιδερένιος < σίδερ(ον) (σίδερ(ο)) + -ένιος

прилагательное σιδερένιος · σιδερένια · σιδερένιο · σιδερένιου · σιδερένιας

  1. που είναι φτιαγμένος από σίδερο σιδερένιες καγκελόπορτες
  2. figuratively, μεταφορικά που είναι εξαιρετικά γερός, δυνατός, αλύγιστος, σκληρός, υγιής σιδερένιο χέρι με βελούδινο γάντι
  3. figuratively, μεταφορικά που είναι εξαιρετικά αποφασιστικός είχε σιδερένια θέληση, γι' αυτό και τελικά πέτυχε το σκοπό του

    Похожие: χαλύβδινος, ατσάλινος

Σιδερένιος²

Откуда оно

Σιδερένιος < σιδερένιος

имя собственное Σιδερένιος · Σιδερένιοι · Σιδερένιου · Σιδερένιων · Σιδερένιο · Σιδερένιους

  1. ανδρικό επώνυμο

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"σιδερένιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σιδερένιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"σιδερένιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σιδερένιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}