σιτηρά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σιτηρά
Where it comes from
σιτηρά < ελληνιστική κοινή σιτηρά < αρχαία ελληνική σιτηρός < σῖτος
noun σιτηρά · σιτηρών
- η κατηγορία φυτών το σιτάρι, το κριθάρι, τη σίκαλη, το καλαμπόκι κ.ά. ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλων
Similar: δημητριακά
Thesaurus
noun
Similar: δημητριακά
In English
- grain harvested seeds of various grass-related food crops
Talk about this word "σιτηρά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. σιτηρά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC "σιτηρά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σιτηρά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}