σκάκι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκάκι¹

  • ˈska.ci

Where it comes from

σκάκι < (άμεσο δάνειο) ιταλική scacco, πληθυντικός scacchi στην έκφραση gioco degli scacchi, που θεωρήθηκε ουδέτερο ουσιαστικού 'σάχης' < αραβική شاه (shah) < περσική شاه (shah, βασιλιάς). Δείτε και το μεσαιωνικό σκάκος

noun σκάκι · σκάκια · σκακιού · σκακιών

  1. σκάκι επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε παίκτης έχει 16 πιόνια και νικητής είναι αυτός που θα απειλήσει τον αντίπαλο βασιλιά σε θέση τέτοια ώστε να μην μπορεί να αποφύγει την αιχμαλωσία (ρουά-ματ)

Similar: ζατρίκιο

Σκάκι²

Where it comes from

Σκάκι < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Σκάκι · Skaki

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Thesaurus

noun

Similar: ζατρίκιο

In English

  • chess two-player board game

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σκάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}