σκάω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκάω
- ˈska
Where it comes from
σκάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκάζω < αρχαία ελληνική σχάζω
verb σκάω · έσκαγα · σκάσει · έσκασα · σκασμένος · σκάζω
- εκρήγνυμαι Η βόμβα έσκασε στα χέρια του.
- ξεφουσκώνω βίαια Μου έσκασε το μπροστινό λάστιχο και παραλίγο να σκοτωθώ.
- πέφτω επάνω, πετάγομαι απότομα καταπάνω, ορμάω και χτυπιέμαι πάνω σε κάτι ή Το κύμα σκάει στο βράχο.
- κάνω γρήγορη κίνηση σκάω ένα χαστούκι, ένα φιλί, ένα χαμόγελο
- ανακοινώνομαι ξαφνικά και προξενώ αίσθηση Έσκασε το νέο για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών.
- ζεσταίνομαι πάρα πολύ Πάω να κάνω μια βουτιά γιατί έσκασα.
- είμαι πολύ θυμωμένος ή στενοχωρημένος σκάω από τη στενοχώρια
-
στενοχωρώ ή ενοχλώ πολύ κάποιον
Τον έσκασες τον άνθρωπο με τις χαζομάρες σου.
Similar: πρήζω
- νιώθω μεγάλη δυσφορία επειδή έφαγα υπερβολικά πολύ έσκασα από το πολύ φαΐ
- σωπαίνω, το βουλώνω, βγάζω το σκασμό Σκάσε πια, μας έπρηξες με τη φλυαρία σου.
- καταβάλλω χρηματικό ποσό Έσκασα δυο κατοστάρικα για να πάρω αυτό το μηχάνημα.
- εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, εισέρχομαι Για δες, ποιος έσκασε μύτη στο χώρο!
In English
Talk about this word "σκάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σκάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%89 "σκάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}