σκέπη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκέπη
- ˈsce.pi
Where it comes from
σκέπη < Οι σημασίες 1,2 (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκέπη (σκέπασμα, προστασία). Οι σημασίες 3,4,5 < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπη.
noun σκέπη · σκέπης
- κάλυμμα, σκέπασμα → χρειάζεται παράθεμα
- η προστασία υπό την σκέπη(ν)
- είδος παραδοσιακού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων → χρειάζεται παράθεμα
- λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων → χρειάζεται παράθεμα
- λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών → χρειάζεται παράθεμα
Talk about this word "σκέπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. σκέπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80%CE%B7 "σκέπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκέπη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}