σκέφτομαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκέφτομαι

  • ˈsce.fto.me

Where it comes from

σκέφτομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπτομαι με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [pt] > [ft]. Συγκρίνετε με το νεοελληνικό σκέπτομαι.

verb σκέφτομαι/ · σκέπτομαι · σκεφτόμουν · σκεπτόμουν · σκέφτηκα · σκέφθηκα

  1. υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία Τον σκέφτομαι συνεχώς.
  2. εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές Σκέφτηκε μια πρωτότυπη λύση για το πρόβλημα των μαθηματικών.

    Similar: αναρωτιέμαι, διερωτώμαι

  3. εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον Σκέφτομαι ν᾿ αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά διστάζω· είναι ακριβό.

    Similar: σκοπεύω

  4. για μηχανή εκτελώ εντολή, που δίδεται από έναν χρήστη στο σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης, στο οποίο υποβλήθηκε η εντολή για εργασία και μέσω διεργασίας, οπού προσομοιάζει την ανθρώπινη σκέψη

Similar: στοχάζομαι, διαλογίζομαι, βάζω σε σκέψεις, μπαίνω σε σκέψεις, αναρωτιέμαι, διερωτώμαι, κατεβάζει το μυαλό, κατεβάζει ο νους, κατεβάζει το ξερό, κατεβάζει η γκλάβα

Thesaurus

In English

  • think to ponder, to go over in one's head
  • ruminate intransitive: to meditate

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκέφτομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκέφτομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"σκέφτομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκέφτομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}