σκέφτομαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκέφτομαι
- ˈsce.fto.me
Where it comes from
σκέφτομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπτομαι με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [pt] > [ft]. Συγκρίνετε με το νεοελληνικό σκέπτομαι.
verb σκέφτομαι/ · σκέπτομαι · σκεφτόμουν · σκεπτόμουν · σκέφτηκα · σκέφθηκα
- υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία Τον σκέφτομαι συνεχώς.
-
εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές
Σκέφτηκε μια πρωτότυπη λύση για το πρόβλημα των μαθηματικών.
Similar: αναρωτιέμαι, διερωτώμαι
-
εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον
Σκέφτομαι ν᾿ αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά διστάζω· είναι ακριβό.
Similar: σκοπεύω
- εκτελώ εντολή, που δίδεται από έναν χρήστη στο σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης, στο οποίο υποβλήθηκε η εντολή για εργασία και μέσω διεργασίας, οπού προσομοιάζει την ανθρώπινη σκέψη
Similar: στοχάζομαι, διαλογίζομαι, βάζω σε σκέψεις, μπαίνω σε σκέψεις, αναρωτιέμαι, διερωτώμαι, κατεβάζει το μυαλό, κατεβάζει ο νους, κατεβάζει το ξερό, κατεβάζει η γκλάβα
Thesaurus
In English
Talk about this word "σκέφτομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σκέφτομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "σκέφτομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκέφτομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}