σκαλιστήρι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκαλιστήρι

  • ska.liˈsti.ɾi

Where it comes from

σκαλιστήρι < μεσαιωνική ελληνική σκαλιστήριον < σκαλίζω + -τήριον

noun σκαλιστήρι · σκαλιστήρια · σκαλιστηριού · σκαλιστηριών

  1. εργαλείο για το σκάλισμα του κήπου και για άλλες γεωργικές εργασίες, το οποίο αποτελείται από ξύλινη λαβή και μεταλλικό τμήμα με μια απόληξη διχαλωτή και μια πεπλατυσμένη Τὴν αὐγὴ πῆρα τὸ σκαλιστήρι μου, πῆγα εἰς τὸ περιβόλι μου καὶ δούλευα. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ἀπομνημονεύματα, βιβλίο Γ΄, κεφάλαιο 6ο, περίπου 1850)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκαλιστήρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκαλιστήρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9

Chicago

"σκαλιστήρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκαλιστήρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}