σκαλωσιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκαλωσιά

  • ska.loˈsça

Where it comes from

σκαλωσιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαλωσία < σκαλώνω, σκαλωσ- + -ία > -ιά

noun σκαλωσιά · σκαλωσιές · σκαλωσιάς · σκαλωσιών

  1. προσωρινή, συνήθως πρόχειρη κατασκευή για τη διευκόλυνση ανέγερσης μιας πιο μόνιμης κατασκευής ή άλλης εργασίας όπως το βάψιμο κτιρίου ※ Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.

Similar: ικρίωμα, λόγιο, ἰκρίον, σανίδωμα

Thesaurus

In English

  • scaffolding system of tubes or poles used to support people and material
  • scaffold structure made of scaffolding for workers to stand on

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκαλωσιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκαλωσιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%AC

Chicago

"σκαλωσιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκαλωσιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}