σκανδάλη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκανδάλη¹
- skanˈða.li
Where it comes from
σκανδάλη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σκάνδαλον
noun σκανδάλη · σκανδάλες · σκανδάλης · σκανδαλών
- μικρός μοχλός σε ένα πυροβόλο ή άλλου είδους όπλο, ο οποίος, πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να προωθήσει τον επικρουστήρα που στη συνέχεια προκαλεί την εκπυρσοκρότηση ή απελευθερώνει το μηχανισμό που θέτει σε κίνηση το βλήμα (στην περίπτωση μη πυροβόλου όπλου) ※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκά
- κάθε μικρός μοχλός τέτοιου είδους που πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να απασφαλιστεί ή προωθηθεί τμήμα μηχανισμού
Σκανδάλη²
Where it comes from
Σκανδάλη < γενική ενικού του αρσενικού Σκανδάλης
proper noun Σκανδάλη · Σκανδάλης · Skandali
- γυναικείο επώνυμο
In English
- trigger finger-operated lever used to fire a gun
Talk about this word "σκανδάλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σκανδάλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B7 "σκανδάλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκανδάλη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}